|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο height παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: of | summer
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | height n | (measurement bottom to top) | ύψος ουσ ουδ | | | From the base to the top, the column has a height of four meters. Bob looks very tall - what is his height? | | | Από τη βάση ως την κορυφή η κολώνα έχει ύψος τέσσερα μέτρα. Ο Μπομπ φαίνεται πολύ ψηλός, πόσο ύψος έχει; | | height n | (quality: tallness) | ύψος ουσ ουδ | | | (καθομιλουμένη) | μπόι ουσ ουδ άκλ | | | What Jane lacks in height, she makes up for in personality. | | | Ότι λείπει σε μπόι, η Τζέιν το καλύπτει με την προσωπικότητά της. | | height n | (extent upwards) | ύψος ουσ ουδ | | | "I don't want to worry you," said Bridget to her co-pilot, "but we're losing height." | | | Δεν θέλω να σε ανησυχήσω, είπε η Μπρίτζετ στον συγκυβερνήτη της, αλλά χάνουμε ύψος. | | height n | (high place, altitude) | ύψος ουσ ουδ | | | (σημείο του εδάφους) | υψόμετρο ουσ ουδ | | | We can see the whole of London from this height. | | | Μπορούμε να δούμε ολόκληρο το Λονδίνο από αυτό το ύψος. | | heights npl | (high places) | ύψη ουσ ουδ πλ | | | I won't climb to the top of the mountain; I really don't like heights. | | | Δεν θα ανέβω στην κορυφή του βουνού· δεν μου αρέσουν τα ύψη. | | height n | figurative, often plural (summit, apex) | ζενίθ ουσ ουδ άκλ | | | | αποκορύφωμα ουσ ουδ | | | (μεταφορικά) | κορυφή ουσ θηλ | | | In 1965, the popularity of the Beatles was at its height. | | | Το 1965 η δημοτικότητα των Beatles είχε φτάσει στο αποκορύφωμα. | | the height of [sth] n | figurative (utmost, ultimate) | τελευταίος επίθ | | | | πιο εξελιγμένος περίφρ | | | | πλέον εξελιγμένος περίφρ | | | (μεταφορικά) | αιχμή ουσ θηλ | | | When the telephone was first invented, it was the height of technology. | | | Όταν πρωτοεφευρέθηκε το τηλέφωνο ήταν η αιχμή της τεχνολογίας. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Heights npl | (in name of hilly place) | Heights ουσ ουδ άκλ | | | My parents live in Washington Heights. |
Ο όρος 'height of summer' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|